Διαρθρωτικές
λέξεις
Ορισμός
διαρθρωτικών λέξεων:
Οι
διαρθρωτικές είναι μεταβατικές – συνδετικές λέξεις, οι οποίες ενώνουν νοήματα
στο
πλαίσιο: α] μιας περιόδου, β] μιας
παραγράφου, γ] περισσότερων παραγράφων.
αντίθεση -
εναντίωση
χρονική
σειρά -ακολουθία νοημάτων
όταν, αφού, καθώς, αρχικά, μόλις, σήμερα,
τέλος, πριν από, στον αιώνα μας, ύστερα,
τώρα, έως ότου κτλ.
διευκρίνιση
λόγου χάρη, για παράδειγμα κτλ.
σύγκριση
και σκοπός
συγκριτικά, σε σχέση, παρά, απ’ όσο, απ’ ότι
κτλ.
σκοπός:
για να,
επιδίωξη,
να, στόχος κτλ.
επιβεβαίωση
- συμφωνία -αποδοχή
βεβαίως,
εξάλλου, σίγουρα, παράλληλα, είναι αλήθεια,
πράγματι,
αναμφισβήτητα κτλ.
έμφαση -
επιτονισμός
μάλιστα, θα ήθελα να τονίσω, πράγματι, κατεξοχήν,
προπάντων
το
σημαντικότερο είναι κτλ.
επεξήγηση
και αποτέλεσμα
δηλαδή, ειδικότερα, με άλλα λόγια, συγκεκριμένα
κτλ.
αποτέλεσμα,
ώστε,
οπότε, λοιπόν, συνεπώς κτλ.
συμπέρασμα
τελικά, άρα, επιλογικά, συμπερασματικά, άρα, συνεπώς,
επομένως, ανακεφαλαιώνοντας κτλ.
προϋπόθεση
και αρίθμηση
με την προϋπόθεση, αν, εκτός αν, εφ’ όσον κτλ.
πρώτον, τέλος, κατ’ αρχάς κτλ.
γενίκευση
και δισταγμός
γενικά, ευρύτερα, τις περισσότερες φορές κτλ. μήπως, μη(ν) κτλ.
προσθήκη -
πρόσθεση
συμπληρωματικά, ακόμη, επίσης, επιπρόσθετα,
επιπλέον, ή, και, παράλληλα, αφ’ ενός… αφ’ ετέρου, εξάλλου, κατά πρώτο λόγο…
κτλ.
αιτιολόγηση
γιατί, διότι, επειδή, αφού, εξ αιτίας, που,
γι’ αυτό το λόγο, το φαινόμενο οφείλεται, καθώς, μια που, λόγος είναι κτλ.
τοπική
σχέση και διαχωρισμός
όπου ή,
είτε - είτε, μπορεί να κτλ.
ταξινόμηση
και ομοιότητα
απ’ τη μια, απ’ την άλλη, κατά πρώτο λόγο κτλ.
όπως, σαν, ομοίως, το ίδιο ισχύει, παρουσιάζει
κοινά στοιχεία κτλ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου