Αλήθεια= α+λήθη (λησμονιά)
Η αλήθεια
ως ουσία είναι θεολογικός όρος. Αντί να
βλέπουμε την αλήθεια ως “ουσία”, θα ήταν σκόπιμο να την αποδίδουμε ή να μην την
αποδίδουμε σε προτάσεις κυρίως ή σε σύνολα προτάσεων.
Τα
πράγματα είναι αυτά που είναι, ούτε αληθινά ούτε ψεύτικα, οι προτάσεις μας γι
αυτά είναι αληθινές ή ψευδείς.
Η αλήθεια
και η γνώση είναι έννοιες συγγενείς αλλά δεν ταυτίζονται απαραίτητα.
Θεωρία του προφανούς
Η μόνη
απόλυτα αληθής πρόταση κατά τον Ντεκάρτ είναι: «σκέφτομαι άρα υπάρχω (cogito ergo
sum)».
Αυτά που συλλαμβάνουμε με τη σκέψη μας κατά τρόπο σαφή και ξεχωριστά το ένα από
το άλλο είναι αληθή. Αυτό όμως μπορεί να οδηγήσει σε οικτρές πλάνες.
Θεωρίες για την αλήθεια
·
Θεωρία της
αντιστοιχίας
Αν
το περιεχόμενο μιας πρότασης που εκφράζει κάποια πεποίθησή μας αντιστοιχεί
πλήρως στη φύση των πραγμάτων και στις μεταξύ τους σχέσεις τότε η πρόταση είναι
αληθής, διαφορετικά ψευδής.
Η
θεωρία της αντιστοιχίας στηρίζεται σε δύο προϋποθέσεις
Α.
Κάθε γνώση είναι γνώση της πραγματικότητας
Β.
Η πραγματικότητα δεν αναπλάθεται αυθαίρετα από την ανθρώπινη νόηση αλλά
επιβάλλει σ’ αυτήν τους κανόνες της.
Προβλήματα που προκύπτουν
Η
αλήθεια δεν είναι η αλήθεια της πραγματικότητας αλλά η αλήθεια των δικών μας
σκέψεων και πεποιθήσεων. Αν το κριτήριο της αλήθειας των προτάσεων είναι η
αντιστοιχία πραγμάτων-νου, η αντιστοιχία αυτή χρειάζεται κάποιες προϋποθέσεις
για να είναι έγκυρη και αποδεκτή επιστημολογικά.
1.
Η σκέψη πρέπει να συμφωνεί με τον εαυτό της, να μην παρασύρεται σε άλματα, κενά
ή αντιφάσεις.
2.
Η σκέψη πρέπει να μελετά συστηματικά και επίμονα τα φαινόμενα που αποτελούν τη
γνήσια αφετηρία της ορθής γνώσης.
3.
Το εμπειρικό υλικό που προέρχεται από τη μελέτη των φαινομένων πρέπει να
υποβάλλεται σε πνευματικό έλεγχο και να αξιοποιείται. Η προσκόλληση στα
φαινόμενα δεν οδηγεί στην ερμηνεία των φαινομένων.
4.
Η ερμηνεία της πραγματικότητας πρέπει να έχει δυναμικό και όχι στατικό
χαρακτήρα, να βελτιώνεται, να αναθεωρείται
·
Θεωρία της
συνοχής
(ανάγεται
στο Χέγκελ, Μπέρκλεϋ, Σπινόζα, Σωκράτη)
Οι
προτάσεις για ένα συγκεκριμένο θέμα αληθεύουν αν δεν παρουσιάζουν αντιφάσεις
και αποκλίσεις μεταξύ τους αλλά χαρακτηρίζονται από αυστηρή λογική και
συνάφεια.
Η
θεωρία της συνοχής ταιριάζει σε ιδεαλιστικά συστήματα όπου η αλήθεια έχει να
κάνει με το νου παρά σε προτάσεις που έχουν να κάνουν με την εμπειρία και τον
εξωτερικό κόσμο.
·
Θεωρία του
πρακτικά ωφέλιμου
Ό,
τι προάγει τον άνθρωπο εξυπηρετώντας τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά του είναι
κριτήριο της αλήθειας.
Μπορεί
να εφαρμοστεί στη φυσική ή στα μαθηματικά;
Συμφωνούμε
όλοι στο τι είναι ωφέλιμο για τον άνθρωπο;
Λόγω
των προβλημάτων που προκύπτουν πολλοί σύγχρονοι φιλόσοφοι θεωρούν ότι πρέπει να
αφήσουμε την έννοια της αλήθειας. Σύμφωνα με αυτούς η αλήθεια δεν εκφράζει μια
υπαρκτή ιδιότητα μιας πρότασης αλλά δηλώνει αν εγκρίνουμε και αποδεχόμαστε μια
πρόταση.
ΚΕΙΜΕΝΟ
“Από
τη μια μεριά, οι φιλοσοφίες παρελαύνουν αντιφάσκοντας και καταστρέφοντας,
έτσι
ώστε να κάνουν να εμφανίζεται η μεταβαλλόμενη αλήθεια.
Σε
αυτή την περίπτωση η ιστορία της φιλοσοφίας είναι ένα μάθημα του
σκεπτικισμού.
Από την άλλη μεριά, επιδιώκουμε μια αλήθεια που η συμφωνία
των
πνευμάτων θα είναι, αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το σημείο…
Εάν
κάθε ιστορία αναπτύσσει ένα minimum σκεπτικισμού, κάθε αξίωση
για
την αλήθεια αναπτύσσει ένα minimum δογματισμού”.
(P. Ricoeur, Histoire et Verite, Paris, 1955)
ΚΕΙΜΕΝΟ
“Αν οι
λέξεις και οι προτάσεις είναι εικόνες των πραγμάτων, καταστάσεων,
γεγονότων
και συμβάντων, δεν έχουμε ανάγκη από υποθετικά σχήματα όπως
“φαινόμενο-πραγματικότητα”.
Έχουμε τη γλώσσα που μας εικονίζει τα
πράγματα.
Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, η γλώσσα απεικονίζει την πραγματικότητα,
όπως το
πλάνο μιας πόλης με τις ενδείξεις των δρόμων, των κτισμάτων,
των πάρκων
και των μνημείων απεικονίζει την πραγματική κατάστασή
της. Έτσι,
το ερώτημα “τι είναι όλα όσα υπάρχουν;” ανάγεται στο ερώτημα
“τι είναι
όλα όσα λέμε;”
Σ’ αυτά
που λέμε συμπεριλαμβάνονται, βέβαια, και πράγματα που δεν
υπάρχουν,
όπως π.χ. χρυσά βουνά, κυκλικά τετράγωνα και πράσινα άλογα.
Αυτά είναι
φανταστικά πλάσματα και υπάρχουν μόνο στα παραμύθια.
Και
υπάρχουν ακόμα άλλα πλάσματα, που είναι τα πιο αφηρημένα πράγματα
και για τα
οποία μιλάμε στη φιλοσοφία, τη λογική και τα μαθηματικά…
Επειδή η
γλώσσα αποτελεί το κοινωνικό εργαστήρι που κατεργάζεται
τα
πράγματα, που δείχνει τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει ή πώς υπάρχουν
τα διάφορα
πράγματα, συμβάντα και γεγονότα, όνειρα και φαινόμενα, πλάσματα,
σήματα και
λόγια, όλοι φοιτούμε σ’ αυτό και μαθαίνουμε μέσα από
τη
γλωσσική πράξη τι είναι όλα όσα υπάρχουν. Σίγουρα δεν υπάρχει καμιά
προδιαγραμμένη
αρμονία και συμμετρία, αναλογία ή αντιστοιχία ανάμεσα
στη γλώσσα
και στον κόσμο. Αλλά δεν υπάρχει τρόπος και δεν έχει
νόημα να
απαλλάξουμε τη γλώσσα από τις απολιθωμένες έννοιες και τις
νεκρές
μορφές, τις εικόνες και μεταφορές, για να είμαστε σε θέση ν' ακριβολογούμε
για τα
πράγματα. Άλλωστε και η πιο ακριβολογική γλώσσα δε
θα σήμαινε
πως είναι και πιστή στα ίδια τα πράγματα - αν δεχτούμε πως αυτά
υπάρχουν.
Οι γλώσσες είναι τα πιο αστάθμητα πλάσματα. Πλάθονται
για να
λένε πώς είναι και πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα”.
(Θεόφιλος
Βέικος, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1989, σ. 31)
ΕΡΩΤΗΣΗ
Το να
μιλούμε είναι σαν να ασκούμε μια τέχνη για την οποία κουβαλάμε μέσα
σε ένα
κιβώτιο τα εργαλεία μας: οι λέξεις που χρησιμοποιούμε παίζουν
στην
κατασκευή του λόγου μας ποικίλους “ρόλους”, σαν τα εργαλεία του
μάστορα
(το σφυρί, το τρυπάνι, το πριόνι, τα καρφιά, οι βίδες κτλ.). Ν’ αναπτύξετε
τη γνώμη
σας στην παραπάνω θέση του Βίτγκενσταϊν.
“Για τους
φιλοσόφους είναι μία από τις πιο δύσκολες δουλειές να κατεβούν
από τον
κόσμο της σκέψης στον πραγματικό κόσμο. Η άμεση πραγματικότητα
της σκέψης
είναι η γ λ ώ σ σ α. Όπως οι φιλόσοφοι ανεξαρτητοποίησαν
τη σκέψη,
έτσι έπρεπε αυτοί να κάνουν τη γλώσσα ένα ιδιαίτερο
ανεξάρτητο
βασίλειο. Αυτό είναι το μυστικό της φιλοσοφικής γλώσσας,
όπου οι
σκέψεις σαν λέξεις έχουν ένα δικό τους περιεχόμενο. Το πρόβλημα
να
κατεβαίνεις από τον κόσμο των σκέψεων στον πραγματικό κόσμο μετασχηματίζεται
στο
πρόβλημα να κατεβαίνεις από τη γλώσσα στη ζωή…
Οι
φιλόσοφοι δε θα είχαν παρά μόνο να διαλύσουν τη γλώσσα τους μέσα
στην κοινή
γλώσσα, από την οποία την έχουν αφαιρέσει, για να την αναγνωρίσουν
ως τη
γλώσσα του πραγματικού κόσμου και να μάθουν πως ούτε οι
σκέψεις
ούτε η γλώσσα σχηματίζουν για τον εαυτό τους ένα δικό τους βασίλειο,
ότι αυτές
είναι μόνο ε κ δ η λ ώ σ ε ι ς της πραγματικής ζωής
(Marx, Die
Deutsche Ideologie, Werke 3, σ. 432-433)
ΕΡΩΤΗΣΗ
“Το ζήτημα
να μπορεί να αποδοθεί στην ανθρώπινη σκέψη μια αντικειμενική
αλήθεια
δεν είναι ζήτημα θεωρητικό παρά ζήτημα πρακτικό. Στην πράξη
πρέπει να
αποδείξει ο άνθρωπος την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα
και τη
δύναμη, τη μη υπερβατικότητα της σκέψης του. Η συζήτηση για την
πραγματικότητα
ή τη μη πραγματικότητα μιας σκέψης που είναι απομονωμένη
από την
πρακτική είναι ένα καθαρά σχολαστικό ζήτημα”.
(Μαρξ,
“Thesen uber Feuerbach” (“Θέσεις πάνω στον Φόυερμπαχ”, 2, μτφρ.
Θεόφιλου
Βέϊκου, στο βιβλίο των Θεόφιλου Βέϊκου και της Χριστίνας Βέϊκου
- Ιστορία
του φιλοσοφικού στοχασμού, ΟΕΔΒ, 1985, σ.194). Πώς κρίνεται
εδώ η
αντικειμενικότητα της αλήθειας; Προϋποτίθεται η ενότητα θεωρίας
και
πράξης; Με ποια ή ποιες από τις ακόλουθες σημασίες εννοείται
εδώ η
“πράξη” ως κριτήριο της αλήθειας: α) παρατήρηση και πείραμα, β) βιομηχανική
πράξη, γ)
κοινωνική και πολιτική πρακτική;
ΚΕΙΜΕΝΟ
“Μπορείτε
να πείτε επομένως σχετικά μ’ αυτήν [την αληθή πρόταση] ή ότι “είναι
χρήσιμη,
επειδή είναι αληθής” ή ότι “είναι αληθής, επειδή είναι χρήσιμη”
(Γ.
Τζέιμς, Ο πραγματισμός, Διάλεξη VI, μτφρ. Χρ. Σταματέλλος, εκδ. Εκκρεμές, 2006,
σ.
197)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου